Η Εθνική αξιοπρέπεια προϋποθέτει εργαζόμενους με αξιοπρεπείς συνθήκες & μισθούς

July 2, 2020 admin 0 Comments

Θα ήθελα να σκεφτείτε την Γιώτα: είναι η αδελφή μια φίλης την οποία η αρχή της οικονομικής κρίσης την βρήκε να εργάζεται για περισσότερο από 10 χρόνια στο λογιστήριο μιας εταιρείας. Δεν έβγαζε πολλά λεφτά, αλλά ήταν αρκετά ώστε να μπορεί να νοικιάζει με την τετραμελή της οικογένεια ένα αξιοπρεπές σπίτι στην Πετρούπολη, να έχει το αυτοκίνητό της και να μπορεί να οργανώσει μια βδομάδα διακοπών το καλοκαίρι.

Όταν η εταιρεία που δούλευε έκλεισε, η Γιώτα άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Είναι εργατική, καλλιεργημένη, συστηματική κι έβρισκε δουλειές. Από τη γραμματειακή υποστήριξη συνεδρίων σε μεγάλες εταιρείες που παρέχουν προσωπικό γι’ αυτές τις δουλειές, μέχρι σούπερ μάρκετ μέχρι το λογιστήριο εταιρειών Logistics. Προσέξετε όμως τη διαφορά: Η Γιώτα είχε δουλειά ενώ τελευταία είχε δουλειές. Πολλές δουλειές. Κάθε λίγο και λιγάκι άλλαζαν οι δουλειές που έκανε, γεγονός που δεν είχε απλά επίπτωση στη μισθολογική της εξέλιξη, αλλά, κυρίως, στην αυτοπεποίθησή της. Η Γιώτα – και κάθε Γιώτα –δεν έχει πλέον ένα εργασιακό αφήγημα. Μια προοπτική προσωπικής ολοκλήρωσης μέσα από την επαγγελματική της διαδρομή. Δεν μπορεί να πει πια «είμαι λογίστρια», ή «είμαι γραμματέας» ή είμαι κάτι, τέλος πάντων, που να προσδιορίζει μια επαγγελματική διαδρομή. Αυτό, που, κυρίως, έχει υποστεί η Γιώτα είναι η αγωνία. Η ανασφάλεια, αν θα έχει δουλειά και την επόμενη μέρα, αν θα πληρωθεί κι αν θα χρειαστεί να περνάει τιμολόγια για τη δουλειά τα μεσάνυχτα, που θα έχουν κοιμηθεί τα παιδιά, από το σπίτι, παρόλο που ο εργοδότης της την δηλώνει ως μερικής απασχόλησης.  

Είναι πολλοί οι εργαζόμενοι που μοιάζουν με την Γιώτα. Άνθρωποι νέοι, μέχρι 40 χρονών, με προσόντα, εκπαίδευση αλλά φοβερή αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Είναι η νέα εργατική τάξη; Αυτό που με όρους πολιτικής έχουμε συνηθίσει να αναπαρίσταται από εργάτες στη βιομηχανία, από αυτούς που τραγουδούσαν κάποτε με τον Νταλάρα «Λιώνουν τα νιάτα μας στη βιοπάλη, με τα κομμάτια μας δένει τ’ ατσάλι»; Αν και η συνήθης πολιτική αναπαράσταση του εργάτη είναι κολλημένη στην εικόνα του εργάτη στη χαλυβουργία ή στα ναυπηγεία, δύσκολα πάει το μυαλό μας, όταν μιλάμε για εργάτες, στους ντελιβεράδες ή τους ανθρώπους που έρχονται το βράδυ με το συνεργείο και καθαρίζουν τα γραφεία. Κάνουμε το λάθος να υποθέτουμε ότι επειδή η χειρωνακτική εργασία μειώνεται, μειώνεται και η εργατική τάξη. Η συμπίεση μέχρι εξαφανίσεως της εργατικής τάξης είναι ένα βολικό κοινωνικό αφήγημα για τη Δεξιά, η οποία με περισσή ευκολία κατατάσσει τους πιο φτωχούς συμπολίτες μας στη μεσαία τάξη. Ο υπουργός Οικονομικών της ΝΔ κ. Σταϊκούρας είναι αυτός που επίσημα είχε δηλώσει ότι το άτομο που διατηρεί νοικοκυριό και αμείβεται με 524 ευρώ το μήνα, θεωρείται μέλος της μεσαίας τάξης! Προφανώς, η ΝΔ θεωρεί ότι την μεσαία τάξη μπορεί να την εκπροσωπήσει, ενώ την εργατική τάξη δεν μπορεί να την προσεγγίσει. Κατατάσσοντας τους πάντες λοιπόν στην μεσαία τάξη, θεωρεί ότι μπορεί να ξεγελάσει τον κόσμο, ότι δήθεν μεριμνά γι’ αυτούς.

Το πρόβλημα ξεκινάει από τη στιγμή που η ηγεσία μιας χώρας αποφασίζει να λειτουργήσει ως ιδιώτης – φιλάνθρωπος απέναντι στους ανθρώπους της επισφαλούς εργασίας και της μεγάλης αβεβαιότητας, κι όχι ως εκπρόσωπός τους, που μεριμνά για τα συμφέροντά τους, όπως άλλωστε πρέπει να μεριμνά για τα συμφέροντα όλων των Ελλήνων. Η προσφορά των συμπολιτών μας που έχουν κάτι παραπάνω προς εκείνους που έχουν λιγότερα, μέσα από τις κοινωνικές δράσεις των Δήμων και τα καλάθια του «όλοι Μαζί μπορούμε», είναι κάτι αξιοθαύμαστο και χρήσιμο (τόσο για τους δίνοντες όσο και για τους λαμβάνοντες). Όσο εξαιρετική είναι, όμως, η φιλανθρωπία σε ατομικό επίπεδο, τόσο μετατρέπεται σε προσπάθεια χειραγώγησης και υποδούλωσης όταν εκφράζεται από την κυβέρνηση.  Δεν μπορεί από την μια η ΝΔ να δημιουργεί το ευνοϊκό ρυθμιστικό περιβάλλον για την εκτίναξη της μερικής απασχόλησης στα ύψη κι από την άλλη να καμώνεται πως ενδιαφέρεται για τους χαμηλόμισθους. Η κυβέρνηση που κάνει κανόνα την μερική απασχόληση και την εκ περιτροπής εργασία πιστεύει ότι δημιουργεί με αυτόν τον τρόπο μια εκλογική πελατεία η οποία είναι εξαρτημένη από την επιδοματική της πολιτική. Τα έργα και οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους:

  • Είναι η ΝΔ η οποία στο άρθρο 59 του αναπτυξιακού νόμου (Ν4635/2019) επανέφερε το μονομερές δικαίωμα των εργοδοτών να μετατρέπουν τις συμβάσεις πλήρους απασχόλησης σε μερικής ή σε εκ περιτροπής.
  • Το 56% των προσλήψεων που ανακοινώθηκαν από την ΕΡΓΑΝΗ προ κορωνοϊού (στοιχεία Φεβρουαρίου 2020) αφορά προλήψεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης και είναι ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά στην ΕΕ.
  • 4.254 θέσεις μόνιμης εργασίας μετατράπηκαν μόνο τον Φεβρουάριο από πλήρους απασχόλησης σε μερικής ή εκ περιτροπής – με ή χωρίς τη συναίνεση του εργαζομένου – οποίος θα πρέπει πλέον να ζήσει με μισθό περί τα 300 ευρώ.

Οι σύγχρονοι εργάτες δίνουν μάχη επιβίωσης. Δεν χρειάζεται, ευτυχώς, να δίνουν μάχη εκπροσώπησης. Το Κίνημα Αλλαγής συστηματικά, με δουλειά μυρμηγκιού, αναδεικνύει στη Βουλή θέματα που συνήθως δεν συγκινούν τα μέσα ενημέρωσης, έχουν όμως, μεγάλη σημασία για την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν σε μια διαρκή αγωνία κι αβεβαιότητα. Σήμερα, για παράδειγμα, ανέδειξε στη Βουλή το γεγονός ότι ενώ η διαδικασία υποβολής των υπεύθυνων δηλώσεων των εργαζομένων σε εποχικά ξενοδοχεία και τουριστικά λεωφορεία για την αποζημίωση ειδικού σκοπού ύψους έως και 534 ευρώ που  θα ξεκινούσε την 1η Ιουνίου, μετατέθηκε από την κυβέρνηση για τις 7 Ιουλίου. Εξαιτίας της μετατόπισης της ημερομηνίας υποβολής των αιτήσεων  χιλιάδες εποχικά εργαζόμενοι θα πάρουν, όπως φαίνεται,  τα 534€ του Ιουνίου τέλος Ιουλίου. Αλλά ποιος νοιάστηκε στην ΝΔ για το πως θα βγάλουν τον μήνα όλοι αυτοί οι άνθρωποι;

Οι νέοι στην πατρίδα μας σήμερα, έχουν την υψηλότερη εκπαίδευση που είχαν ποτέ – ειδικά σε θέματα ψηφιακών δεξιοτήτων. Παρόλα αυτά η πρώτη σκέψη της κυβέρνησης όταν ανακοινώνει προγράμματα, είναι να τους εκπαιδεύσει – θυμόμαστε ακόμη τη γελοιότητα του κ. Βρούτση με το «Σκοιλ Ελικικου». Όμως οι νέοι θέλουν δουλειά – όχι εκπαίδευση εσαεί και γέφυρες για δουλειά. Θέλουν πραγματική δουλειά, που θα τους δίνει προοπτική και τη δυνατότητα να οραματίζονται για το μέλλον. Οι πολιτικές της κυβέρνησης αντιμετωπίζουν τους εργαζόμενους μόνο ως πόρο για τις επενδύσεις. Προφανώς και πρέπει να ενισχύεται η επενδυτική δραστηριότητα στη χώρα, ώστε να είναι βιώσιμο το μέλλον μας τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά. Αλλά δίχως παραγωγικούς πολίτες με αυτοπεποίθηση και όραμα για τον εαυτό τους και το μέλλον, κανένα όραμα για τον μέλλον της πατρίδας μας δεν θα είναι βιώσιμο. Εμείς, στο Κίνημα Αλλαγής, πιστεύουμε στο ιδεώδες του ελεύθερου ανθρώπου, που απελευθερωμένος από τον φόβο, την αγωνία, την αβεβαιότητα και την βία της φτώχειας (Ο Γκάντι είχε πει ότι η φτώχεια είναι η χειρότερη μορφή βίας), μπορεί να γίνει ένας δυνατός κόμβος του κοινωνικού ιστού, ένας ενεργός πολίτης, που ζει με αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια.