Eίναι στο χέρι μας να δημιουργήσουμε την Ελλάδα του 2030

December 13, 2020 admin 0 Comments

ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Ομιλία στην 1η τηλεδιάσκεψη του “progressive socialism”. 

Αυτή τη χρονιά της πανδημίας βλέπουμε το κοινωνικό μας σώμα να περιορίζεται χάριν της βιολογικής μας επιβίωσης και αυτομάτως να περιορίζονται τα ατομικά και κοινωνικά μας δικαιώματα. Ακόμη και ο δημόσιος λόγος, η δημοσιογραφία, η δημόσια κριτική περιορίζονται από τις ειδικές συνθήκες που προτάσσουν το μείζον της επιβίωσης! Ακόμα, κι ΕΕ που ήταν αρχετυπικά ο πυρήνας υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μοιάζει να παραπατάει. Όταν μαθαίναμε για την ΕΕ στο Πανεπιστήμιο, μαθαίναμε ότι είναι η περιοχή στην οποία άνθρωποι, εμπορεύματα και κεφάλαιο κινούνται ελεύθερα. Τι είναι, λοιπόν, σήμερα η ΕΕ που κανείς άνθρωπος δεν κινείται ελεύθερα σε αυτήν;

Ζει όλος ο πλανήτης σε μια «κατάσταση εξαίρεσης» που ούτε ο ίδιος ο πατέρας της θεωρίας της εξαίρεσης, ο Giorgio Agamben δεν είχε φανταστεί. Το θέμα σε αυτή την κατάσταση εξαίρεσης δεν είναι η επαναβαθμονόμηση των δικαιωμάτων προς τα κάτω χάριν της βιολογικής επιβίωσης. Αν η συζήτηση είναι αυτή, είναι δεδομένο ότι αργά ή γρήγορα χαμένα θα είναι τα Δικαιώματα. Το θέμα είναι να συζητήσουμε για τα όρια της κατάστασης εξαίρεσης. Κατάσταση εξαίρεσης δεν σημαίνει μια κατάσταση χωρίς κανόνες, χωρίς λογοδοσία. Κατάσταση εξαίρεσης, στη Δημοκρατία, δεν είναι μια κατάσταση χωρίς αντίλογο και χωρίς κριτική, Ακριβώς αυτή η κριτική κι η επαγρύπνηση είναι που θα διασφαλίσουν τα δικαιώματα. Καμία εξουσία δεν θα σεβαστεί τα δικαιώματά μας αν δεν τα διεκδικούμε καθημερινά με όλους τους θεμιτούς τρόπους– με τη διατύπωση της γνώμης μας, ιδίως της διαφωνίας και της αμφισβήτησης, με την προσφυγή στη δικαιοσύνη, με κάθε τρόπο.

Υπάρχουν διοικήσεις στον κόσμο, που από τα πρώτα στάδια της πανδημίας, μαζί με τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης που έλαβαν, φρόντισαν να θέσουν και όρια στον εαυτό τους: με κανονιστικά κείμενα όρισαν μέχρι που μπορούν να παρέμβουν λόγω «επειγουσών καταστάσεων», μέχρι πότε και τι μπορεί να θεωρηθεί «επείγουσα κατάσταση» που δικαιολογεί την εξαίρεση. Στην πανδημία, έχουν ξεχωρίσει χώρες και περιοχές του κόσμου που απάντησαν στο δίπολο «ελευθερία ή υγεία» με απόλυτο σεβασμό και στα δύο.

Οι θεωρίες της βιοπολιτικής, δηλαδή της χάραξης πολιτικής με κριτήρια βιολογίας και ιατρικής, αποκομμένα από το κοινωνικό πλαίσιο, αναβιώνουν καθημερινά. Όμως κάθε φορά που η συμπεριφορά μας καθορίζεται βιολογικά δεν είναι αληθινά ελεύθερη. Ενεργούμε ελεύθεροι όταν ενεργούμε αυτόνομα, όταν οι πράξεις μας είναι αποτέλεσμα ελεύθερης σκέψης κι όχι των επιθυμιών μας, των παθών μας ή της βιολογίας μας. Ενεργούμε ελεύθερα, όχι όταν επιλέγουμε τα καλύτερα μέσα για έναν σκοπό, αλλά όταν επιλέγουμε τον ίδιο το σκοπό.

Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: Ποιος είναι ο σκοπός των μέτρων που επιβάλλει η κυβέρνηση; Είναι η διαφύλαξη της ανθρώπινης ζωής; Είναι η προστασία της οικονομίας; Όταν ο σκοπός δεν είναι σαφής και ξεκάθαρος, τότε να είστε σίγουροι ότι υπάρχουν και σκιές στην ελευθερία.

Σκιές στα δικαιώματα ρίχνει όμως και η οργανωτική ανικανότητα – όχι μόνο η απουσία ξεκάθαρου σκοπού. Για παράδειγμα, όταν η επιλογή ασθενών που θα τοποθετηθούν στις ΜΕΘ, γίνεται και βάσει στερεοτύπων κι όχι μόνο κλινικών δεδομένων και στατιστικών (γιατί δεν τηρούνται και δεν δημοσιοποιούνται σωστά και έγκαιρα αυτά τα δεδομένα), τότε καταπατούνται βάναυσα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα με κορυφαίο το δικαίωμα στη ζωή. Πως θα διασφαλιστεί ότι κανείς δεν θα στερείται φροντίδας βάσει στερεοτύπων, εκτιμήσεων ποιότητας ζωής ή κρίσεων για την «αξία» καθενός ατόμου με βάση την ηλικία του, τη σωματική του διάπλαση ή την αναπηρία του;

Όπως προσδιορίζει εξαιρετικά στο βιβλίο του ο καθηγητής Κοντιάδης «Πανδημία, Βιοπολιτική και δικαιώματα», η πανδημία αποτέλεσε τον καταλύτη και τον επιταχυντή για την επιβολή και την επικράτηση μιας σειράς πρακτικών, περιορισμών και συμπεριφορών, που δεν ήταν άγνωστες στις τεχνολογικά αναπτυγμένες κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Η 4η Βιομηχανική Επανάσταση, η τεχνητή νοημοσύνη και ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας, το Διαδίκτυο και η κουλτούρα του, η τηλεργασία και οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, οι κοινωνίες της επιτήρησης, οι βιοϊατρικοί πειραματισμοί, οι μεταμορφώσεις του δημόσιου χώρου, οι ψηφιακές ανισότητες, η υποχώρηση επιμέρους δικαιωμάτων και οι περιβαλλοντικές διακινδυνεύσεις έχουν απασχολήσει τον δημόσιο διάλογο από τα τέλη του 20ού αιώνα.

Ποιος είναι, λοιπόν, ο «θαυμαστός καινούργιος κόσμος» που αναδύθηκε με την πανδημία; Το νέο βιοπολιτικό παράδειγμα που αναδύεται είναι κατασκευασμένο από υλικά που προϋπήρχαν. Η βιοπολιτική πειθάρχηση του κράτους πρόληψης, η εξάπλωση των τεχνολογιών επιτήρησης, η απορρύθμιση των συνθηκών απασχόλησης, η τεχνοκρατική στροφή της μεταδημοκρατίας, η απονεύρωση του κοινωνικού κράτους, η άνοδος του δεξιού λαϊκισμού και ο εικονιστικός κόσμος της διαδικτυακής χειραγώγησης ήταν ήδη εδώ. Με την πανδημία το πρόσωπο του νέου Λεβιάθαν αποκαλύπτεται και από αόρατος γίνεται πλέον ορατός.

Όταν έγινε η πυρηνική έκρηξη στο Τσέρνομπιλ, το 1986 η Διεύθυνση του εργοστασίου δυσκολεύτηκε πολύ να καταλάβει «Τι συνέβη;» και να απαντήσει στο ερώτημα «Τι πρέπει να κάνουμε;». Αρχικά δεν είχε συνειδητοποιηθεί ότι είχε λιώσει ο πυρήνας του πυρηνικού αντιδραστήρα, με όλες τις κολοσσιαίες συνέπειες. Το είδαμε επίσης και στις κυβερνητικές αντιδράσεις παγκοσμίως στην πανδημία του κορονοϊού. Το πρόβλημα με τα απροσδόκητα φαινόμενα είναι ότι διακόπτουν τη ροή, αποδιοργανώνουν τον τρόπο σκέψης και δράσης, εξελίσσονται γρήγορα και απαιτούν ταχύτατη δράση. Η ιστορική εξέλιξη είναι σύνθετη και, εν πολλοίς, απρόβλεπτη. Η μεγάλη ύφεση του 1929 έφερε το New Deal του Προέδρου Ρούσβελτ στις ΗΠΑ, όπως συνετέλεσε και στην άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έδωσε τεράστια ώθηση, μεταξύ άλλων, στο κοινωνικό κράτος και την είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας. Η οξεία οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας ανάγκασε όλο τον κόσμο να ξαναδεί το ανισόρροπο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που ακολουθούσε και ανέδειξε τις ανεπάρκειες του πολιτικού συστήματος. Η πανδημία του κορονοϊού ώθησε την ΕΕ να αναλάβει, για πρώτη φορά στην ιστορία της, συλλογική οικονομική δράση, ενεργώντας ως οιονεί κεντρική Κυβέρνηση. Οι κρίσεις μετασχηματίζουν τις κοινωνίες. Το αν θα είναι για το καλύτερο ή το χειρότερο, εξαρτάται από την πολιτική πράξη, η οποία, με τη σειρά της, εξαρτάται από την ποιότητα ηγεσίας, τη συγκυρία, τις κυρίαρχες αντιλήψεις και δομές κ.λπ. Η ιστορική τροχιά είναι, εν πολλοίς, απρόβλεπτη. Ζούμε τη ζωή μας προς τα μπρος αλλά την κατανοούμε προς τα πίσω.

Ένα μεγάλο κεφάλαιο που θέλω να τονίσω σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα, είναι τα δικαιώματα της φύσης. Η πανδημία μας δείχνει με τον πιο έντονο τρόπο πως φορέας δικαιωμάτων είναι και το περιβάλλον. Όπως έχουμε πετύχει σαν ανθρωπότητα να διατυπώσουμε κανόνες για την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, το ίδιο πρέπει να κάνουμε και με το περιβάλλον. Υπάρχουν παραδείγματα που μας δείχνουν τι μπορεί να γίνει. Στη Ν.Ζηλανδία ρέει ο υπέροχος ποταμός Γουανγκανούι  ανάμεσα σε οργιώδη βλάστηση. Η ρύπανση ήταν εξοργιστική και τα λύματα έπεφταν ανεξέλεγκτα. Έτσι η Ν.Ζηλανδία βρήκε λύση. Ανακήρυξε τον Ποταμό σε πρόσωπο (νομικό πρόσωπο). Όρισε και δύο εκπροσώπους να ενεργούν στο όνομα του Έτσι ο Ποταμός μπορεί να προσφεύγει στα Δικαστήρια. να απευθύνεται στις αρχές, να κάνει αγωγές και μηνύσεις να έχει περιουσία, να πληρώνει φόρους, να προσλαμβάνει κλπ.

Επίσης, η πανδημία δείχνει αυτά που, υπό ομαλές συνθήκες, προσπερνάμε –κοιτάμε αλλά δεν προσέχουμε. Όλοι γνωριστήκαμε, μιλήσαμε με τον πρώην «αόρατο» υπάλληλο του supermarket, τον courier, τον φαρμακοποιό και πολλούς άλλους που με κίνδυνο της υγείας τους, μας εξυπηρετούν στην καραντίνα. Η κρίση ανέδειξε τις ανισότητες που υπάρχουν στις πλούσιες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Ο φτωχός πλήττεται περισσότερο από τον ευκατάστατο. Πόσα παιδιά δεν είχαν φορητό υπολογιστή ή διασύνδεση με το διαδίκτυο για να κάνουν εξ αποστάσεως μαθήματα. Ο κορονοϊός επανέφερε στην παγκόσμια συλλογική μνήμη τη σημασία της δημόσιας υγείας για κάθε είδους συλλογική δραστηριότητα. Η πανδημία επιταχύνει ήδη υπάρχουσες εξελίξεις και δημιουργεί νέες. Όλα αλλάζουν ραγδαία και η νέα κανονικότητα δεν θα έχει καμία σχέση με τη νόρμα του παρελθόντος.

Εμείς, στο Κίνημα Αλλαγής, μελετάμε αυτή τη μετάβαση και κάνουμε προτάσεις. Είναι ευθύνη μας να ταυτιστούμε με αξίες. Αυτός είναι ο πυρήνας της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Ας φέρουμε την πραγματική πολιτική στο προσκήνιο. Ας ανακόψουμε την παραπολιτική και τη δυσωδία της δημαγωγίας και της εξουσιομανίας των εμμονικών μαθητευομένων μάγων και των «παραμάγαζών τους», που μας κόστισαν πολύ, είναι πια απορριπτέοι από όλους ακόμα και από τους ίδιους τους τους εαυτούς. Ας αποφασίσουμε να ξεκολλήσουμε από τις εμμονές και τη ναρκισσιστική μιζέρια μιας αποκαμωμένης κοινωνίας και ας «αποχαιρετίσουμε» ό,τι μέχρι χθες θεωρούσαμε δεδομένο και κατοχυρωμένο. Μετακινούνται οι τεκτονικές πλάκες στο παγκόσμιο, στο εθνικό, στο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, ιδεολογικό και ηθικό υπόστρωμα.

Υπάρχουν επάλληλα ρήγματα σε διαφορετικά βάθη, μήκη και πλάτη που συγχρονισμένα προκαλούν σεισμικές δονήσεις και απαιτούν ανακατασκευή του δικού μας οικοδομήματος. Οι κοινωνικές δυνάμεις δεν είναι οι ίδιες με χθες και βέβαια δεν είναι πια εκπροσωπήσιμες και κυβερνήσιμες με τον παλιό τρόπο. Η νέα εμπιστοσύνη του λαού και η νέα ικανότητα διακυβέρνησης δεν αποκτάται δωρεάν. Ο προοδευτισμός ως κινητήρια δύναμη ανανέωσης και εξέλιξης της κοινωνίας είναι το διακύβευμα του 21ου αιώνα.

Δεσμευθήκαμε να διαμορφώσουμε όλοι μαζί τις «θέσεις» για τη Νέα Αλλαγή και το νέο Παραγωγικό και Οικονομικό μοντέλο, μετεξέλιξη του Σχεδίου Ελλάδα για μια Διαρκή Προγραμματική Εργασία, πρωτοφανή στην έκτασή της αλλά τώρα πια δε φτάνει ούτε το πρόγραμμα. Είμαστε στη φάση που «φίλοι» και αντίπαλοι λεηλατούν το πρόγραμμά μας, δανείζονται ή κλέβουν τις ιδέες και τις λέξεις – κλειδιά του και τις εντάσσουν σ’ ένα εντελώς αντίθετο από το δικό μας νοηματικό πλαίσιο.

Σκέφτομαι όμως και έχω ένα όνειρο και ένα στόχο παράλληλα: Στην Ελλάδα του 2021 ο παρασιτισμός, ο λαϊκισμός και η μιζέρια να δώσει τη θέση της στην Εθνική περηφάνια στην ανάπτυξη και την προκοπή. Τώρα πρέπει απλώς να κάνουμε ένα πραγματικό βήμα μπροστά.